θερμίτης


θερμίτης
Χημική ένωση. Αποτελείται από 75 μέρη οξειδίου του σιδήρου (Fe2O3) και 25 μέρη αλουμινίου.
* * *
ο
τεχνολ. κονιοποιημένο μίγμα που χρησιμοποιείται στις εμπρηστικές βόμβες, στην αναγωγή τών μετάλλων από τα οξείδια τους και ως πηγή θερμότητας κατά τη συγκόλληση τού σιδήρου και τού χάλυβα ή στις εργασίες χύτευσης.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. αγγλ. thermit < therm- (πρβλ. θερμός) + -ite (πρβλ. -ίτης)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αλουμίνιο — Χημικό στοιχείο που ανήκει στην τρίτη ομάδα του περιοδικού συστήματος και έχει σύμβολο Al. Έχει ατομικό αριθμό 13, ατομικό βάρος 26,97 και πυκνότητα περίπου 2,7. Δεν συναντάται ελεύθερο στη φύση, αλλά σε ενώσεις. Είναι το πιο διαδεδομένο από τα… …   Dictionary of Greek

  • βόμβα — Γενικός όρος με τον οποίο υποδηλώνεται κάθε συσκευή που αποτελείται από ένα μεταλλικό περίβλημα γεμισμένο με εκρηκτική ύλη, η οποία εκσφενδονίζεται ή τοποθετείται κάπου και εκρήγνυται μέσω ενός εμπυρεύματος (καψούλι) είτε με ωρολογιακό μηχανισμό… …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.